συνθλίβω

συνθλίβω
(αόρ. συνέθλιψα, παθ. αόρ. συνεθλίφθην и συνεθλίβην) μετ. сжимать, сдавливать; давить

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "συνθλίβω" в других словарях:

  • συνθλίβω — συνθλίβω, συνέθλιψα βλ. πίν. 7 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνθλίβω — ΝΜΑ ασκώ μεγάλη πίεση σε κάτι, συμπιέζω, ζουλώ νεοελλ. σχηματίζω ζάρες σε κάτι με πίεση μσν. αρχ. (κυρίως παθ.) συνθλίβομαι (για πλήθος) συνωστίζομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + θλίβω «πιέζω, συμπιέζω»] …   Dictionary of Greek

  • συνθλίβω — συνέθλιψα, συνθλίφτηκα, συνθλιμμένος 1. συμπιέζω, ζουλώ: Συνθλίφτηκε κάτω από τα ερείπια. 2. μτφ., καταπιέζω, συντρίβω: Τον συνέθλιψαν οι συμφορές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνθλῖβον — συνθλίβω press together pres part act masc voc sg συνθλίβω press together pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνθλῖψαι — συνθλίβω press together aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ματώ — (I) ματῶ, άω (Α) [μάτη] 1. είμαι αργός, οκνηρός, βραδύνω, αμελώ («περαίνεται δὴ κοὐ ματᾷ τοὖργον τόδε», Αισχύλ.) 2. είμαι μάταιος, ανώφελος 3. αποτυγχάνω σε κάτι. (II) ματῶ, έω, αιολ. τ. μάτημι (Α) (σπάν.τ.) βλ. ματεύω. (III) ματῶ, έω, αιολ. τ.… …   Dictionary of Greek

  • πιέζω — ΝΜΑ και δωρ., αιολ. και μτγν. τ. πιάζω, ιων. και επικ. τ. πιεζέω Α 1. σφίγγω δυνατά, ζουλώ με δύναμη, θλίβω, συνθλίβω, συμπιέζω, ασκώ πίεση (α. «πιέζω το βαμβάκι» β. «χειρὶ ἑλὼν ἐπίεζε βραχίονα», Ομ. Ιλ.) 2. συσφίγγω, συμμαζεύω, στοιβάζω,… …   Dictionary of Greek

  • συνθλίψει — σύνθλιψις compression fem nom/voc/acc dual (attic epic) συνθλίψεϊ , σύνθλιψις compression fem dat sg (epic) σύνθλιψις compression fem dat sg (attic ionic) συνθλί̱ψει , συνθλίβω press together aor subj act 3rd sg (epic) συνθλί̱ψει , συνθλίβω press …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλίβω — (ΑΜ θλίβω) 1. πιέζω κάτι δυνατά ώστε να ελαττωθεί ο όγκος του, συμπιέζω, σφίγγω, ζουλώ, ζουλίζω 2. στενοχωρώ, προξενώ λύπη, προκαλώ ψυχική πίεση, στενοχώρια («μέ θλίβει η στάση του») 3. (μέσ. και παθ.) θλίβομαι λυπάμαι, αισθάνομαι θλίψη,… …   Dictionary of Greek

  • καταζουλίζω — και καταζουλώ (Μ καταζουλίζω) συνθλίβω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ζουλίζω «συνθλίβω»] …   Dictionary of Greek

  • μασώ — άω (ΑM μασῶμαι, άομαι, Μ και μασῶ, άω) 1. συνθλίβω και πολτοποιώ την τροφή με τα δόντια τών δύο σιαγόνων («δεν μπορεί να μασήσει, γιατί τού λείπουν τα δόντια») 2. τρώγω (α. «σήμερα μασάει συνεχώς» β. «καὶ κρέας μασώμενος», Αριστοφ.) νεοελλ. 1.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»